Η επιστροφή των Νέων Ελληνικών

Εκστρατεία για να «ξαναγεννηθεί» η Έδρα Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο ιστορικό Πανεπιστήμιο Κέμπριτζ

Μια περιήγηση στο Trinity, ένα από τα πιο ιστορικά κολέγια του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ, είναι πάντα απολαυστική, ειδικά για όποιον το επισκέπτεται για πρώτη φορά. Τα μάτια δεν χορταίνουν να καταγράφουν καθετί και τα αυτιά να ακούν ιστορίες.
Από τo παρεκκλήσι, χαρακτηριστικό δείγμα αγγλικού γοτθικού ρυθμού αρχιτεκτονικής, και το άγαλμα του Νεύτωνα μέχρι τη μεγάλη τραπεζαρία με τα πορτρέτα των Masters του κολεγίου, με τελευταία προσθήκη εκείνο της σημερινής Master, Λαίδης Σάλι Ντέιβις, πρωτοπόρου στον αγώνα κατά της μικροβιακής αντοχής, και το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα στη βιβλιοθήκη. «Κανονικά η θέση του θα ήταν στο αββαείο του Γουεστμίνστερ, στη “Γωνιά των ποιητών”, μαζί με τον Σαίξπηρ, τον Ντίκενς, τον Τένισον και σχεδόν εκατό άλλους επιφανείς Βρετανούς των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών. Αλλά ο Βύρωνας, εθνικός ήρωας για τους Έλληνες, ήταν… “κακό παιδί” για το αγγλικό κατεστημένο και δεν έγινε δεκτός. Ευτυχώς, από το να σταλεί σε κάποια αποθήκη, αποφασίστηκε να μεταφερθεί εδώ», με ενημερώνουν οι ξεναγοί μου, η καθηγήτρια Ιστορικής Γλωσσολογίας και Ισπανικών και συν-διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ιωάννα Σιταρίδου και ο καθηγητής Πειραματικής Γλωσσολογίας Ναπολέων Κάτσος.

Ο καθηγητής Πειραματικής Γλωσσολογίας Ναπολέων Κάτσος και η καθηγήτρια Ιστορικής Γλωσσολογίας και Ισπανικών και συν-διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, Ιωάννα Σιταρίδου. «Όλοι οι φορείς που μας στηρίζουν μας δίνουν και μια σημαντικότατη “σφραγίδα έγκρισης” για τον σκοπό μας. Χρειαζόμαστε τώρα τη μεγάλη χορηγία, πιθανότατα από εύπορους Έλληνες που θα αποφασίσουν να “βάλουν πλάτη” για την προβολή της γλώσσας και του σύγχρονου πολιτισμού μας», αναφέρει η καθηγήτρια. [JET PHOTOGRAPHIC]

«Λαχτάρα» για τα νέα ελληνικά στη Βενετία

Η αγάπη για τη γλώσσα

Εκείνη Θεσσαλονικιά με ποντιακή καταγωγή, εκείνος μεγαλωμένος στην Αθήνα, με ρίζες στην Αρκαδία και στη Σκύρο. Η Ιωάννα ήδη από το λύκειο ήξερε ότι θα ακολουθούσε τον δρόμο της γλωσσολογίας χάρη στην επιρροή μιας πεφωτισμένης φιλολόγου. Πήρε πτυχίο γαλλικής φιλολογίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Στη συνέχεια ειδικεύτηκε στη ρομανική γλωσσολογία και η έρευνά της αφορά τη συγχρονική και διαχρονική σύνταξη στις ρομανικές γλώσσες και ελληνικές ποικιλίες όπως τα ποντιακά. Ο Ναπολέων από παιδί είχε έφεση στις ανθρωπιστικές σπουδές και μπήκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών για να σπουδάσει αρχαία ελληνικά. «Όμως στο πρώτο κιόλας εξάμηνο, ένα υποχρεωτικό μάθημα “Εισαγωγής στη Γλωσσολογία” από τον καθηγητή Γιώργο Μπαμπινιώτη ήταν αρκετό για να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που με γοήτευε ήταν στην πραγματικότητα η δυνατότητα να λύνω τους γρίφους της σύνταξης και της γραμματικής», εξηγεί.
«Μέσω ενός προγράμματος υποτροφιών, προσπαθούμε να δίνουμε ευκαιρίες σε ανθρώπους που μελετούν την ελληνικότητα μέσα από διαφορετικά πρίσματα. Αυτό θα μας πάει παραπέρα», λέει η καθηγήτρια Ιωάννα Σιταρίδου.
Και οι δύο συμμετέχουν στην προσπάθεια να αποκτήσει ξανά το Κέμπριτζ την Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, που καταργήθηκε το 2013, όταν ο μέχρι τότε καθηγητής Ντέιβιντ Χόλτον συνταξιοδοτήθηκε. «Για να καταλάβουμε τι οδήγησε σε αυτή την απόφαση πρέπει να δούμε το περικείμενο. Γενικά, οι ανθρωπιστικές σπουδές έχουν υποστεί παντού υποχώρηση· και στην Ευρώπη και στην Αμερική. Και αυτό δεν είναι παράδοξο, γιατί όταν υπάρχει τόσο μεγάλη τεχνολογική πρόοδος είναι εύλογο όλο το ενδιαφέρον να είναι στραμμένο εκεί, μαζί με τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Επίσης, όποτε υπάρχει ύφεση της οικονομίας και ανάγκη για περικοπές, όπως συνέβη με την πολιτική λιτότητας στα χρόνια της κυβέρνησης του Ντέιβιντ Κάμερον, που εξελέγη το 2010, τα γνωστικά αντικείμενα που πρώτα πλήττονται είναι εκείνα που κατά την εκτίμηση των πολλών δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος. Όταν ο καθηγητής Χόλτον αφυπηρέτησε, λοιπόν, το πανεπιστήμιο επικαλούμενο οικονομικούς λόγους αποφάσισε να μην ανανεώσει τη θέση του. Νέα Ελληνικά, το εύκολο θύμα», μας λέει η Ιωάννα Σιταρίδου.


Μέχρι το 2013 στο Κέμπριτζ υπήρχε Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού και καταργήθηκε όταν ο μέχρι τότε καθηγητής Ντέιβιντ Χόλτον συνταξιοδοτήθηκε. [SHUTTERSTOCK]

Ο Ναπολέων Κάτσος συμφωνεί. «Δυστυχώς, οι νεοελληνικές σπουδές στερούνται της αίγλης που είχαν –και ώς ένα βαθμό έχουν ακόμη– τα αρχαία ελληνικά. Η ιδιωτική γλώσσα των πολύ μορφωμένων ανθρώπων ήταν τα αρχαία ελληνικά, ο Νεύτωνας σ’ αυτή τη γλώσσα κρατούσε το ημερολόγιό του. Τον 19ο αιώνα, πίστευαν ότι όποιος μπορούσε να γράψει μια καλή έκθεση για τον Θουκυδίδη ήταν βέβαιο ότι διέθετε τα προσόντα να γίνει κυβερνήτης της Ινδίας. Η κλασική παιδεία διαχρονικά αποτιμάται ως υψηλό μορφωτικό αγαθό, που πλάθει ανθρώπους σκεπτόμενους και ικανούς. Αυτό το ενδιαφέρον, όμως, φτάνει μέχρι την αλεξανδρινή εποχή και την ελληνιστική κοινή. Από εκεί και πέρα, είναι σαν να μην υπάρχει Ελλάδα».

Καβάφης και Λάνθιμος

«Το θέμα είναι βαθιά ιδεολογικό και ταυτοτικό, έχει να κάνει με το πώς εμείς αντιλαμβανόμαστε τη συνέχεια ή την ασυνέχειά μας, και τη σχέση μας με τη Δύση, καθώς και με το γεγονός ότι οι Δυτικοί πιστεύουν πως είναι κληρονόμοι του αρχαίου κλέους, δημιουργώντας ουσιαστικά μια γέφυρα από τον Ομηρο και τους λατίνους στον Σαίξπηρ και στον Σπένσερ. Ο μεσαιωνικός, βυζαντινός και σύγχρονος ελληνισμός δεν είναι μέρος αυτού του αφηγήματος», προσθέτει η Ιωάννα Σιταρίδου. «Εξαιρείται ο Καβάφης, ο οποίος έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όχι ελλαδίτικα υπό τη στενή έννοια, ίσως και ο Σεφέρης, ο οποίος επίσης χαρακτηρίζεται από έναν κοσμοπολιτισμό, τηρουμένων βέβαια των αναλογιών. Και σίγουρα, τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Λάνθιμος. Το έργο του συγκινεί, προκαλεί, ενδιαφέρει και κάνει πολλούς να μελετούν τις ταινίες του».

Γιατί η ελληνική γλώσσα είναι πρωτοποριακή;

Από το 2013 η έδρα Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού δεν είναι πια ενεργή, οι ελληνικές σπουδές όμως είναι. Μια γροθιά έγιναν για τον κοινό σκοπό η Ιάνθη Μαρία Τσιμπλή (καθηγήτρια Εφηρμοσμένης Γλωσσολογίας και Αγγλικών, κοσμήτωρ της Σχολής Σύγχρονων και Μεσαιωνικών Γλωσσών και Γλωσσολογίας και συν-διευθύντρια του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών), η Ρεγγίνα Καρούσου-Φωκά και η Λιάνα Γιαννακοπούλου, που διδάσκουν Νέα Ελληνικά στο Κέμπριτζ, και οι συνομιλητές μου, μεταξύ άλλων. Το 2018 ιδρύθηκε το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών. «Θέλουμε να γίνει μαγνήτης, κέντρο αναφοράς σε παγκόσμιο επίπεδο για τις ελληνικές σπουδές και πύλη διασύνδεσης με τη χώρα μας», επισημαίνει ο κ. Κάτσος. Η επαναφορά της έδρας θα συμβάλει καθοριστικά. Για να καλυφθεί το κόστος της θέσης πρέπει να εξασφαλιστεί το ποσό των 2,5 εκατ. στερλινών. Ακόμη και μικρότερα ποσά, πάντως, είναι σημαντικά, γιατί θα επιτρέψουν στους ανθρώπους του Κέντρου να προχωρήσουν σε διάφορες δράσεις· μία έδρα δεν αρκεί, χρειάζεται ένα ολόκληρο οικοσύστημα. «Είμαστε πολύ ευγνώμονες για τις χορηγίες που έχουμε ήδη λάβει από τα υπουργεία Εξωτερικών της Ελλάδας και της Κύπρου. Το θέμα μας εξετάζει με ενδιαφέρον και το ελληνικό υπουργείο Παιδείας. Η Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας είναι μέχρι τώρα ο μεγαλύτερος χορηγός μας, μαζί με την Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό. Όλοι οι φορείς που μας στηρίζουν μας δίνουν και μια σημαντικότατη “σφραγίδα έγκρισης” για τον σκοπό μας. Χρειαζόμαστε τώρα τη μεγάλη χορηγία, πιθανότατα από εύπορους Έλληνες που θα αποφασίσουν να “βάλουν πλάτη” για την προβολή της γλώσσας και του σύγχρονου πολιτισμού μας».

Θα έρθουν κοντά στην ελληνική γλώσσα, εξ αποστάσεως

«Το Κέμπριτζ μπορεί να ξαναγίνει κέντρο ζυμώσεων για τις ελληνικές σπουδές», καταλήγει η Ιωάννα Σιταρίδου. «Μέσω ενός επιτυχημένου προγράμματος υποτροφιών, προσπαθούμε να δίνουμε ευκαιρίες σε ανθρώπους που μελετούν την ελληνικότητα μέσα από διαφορετικά πρίσματα ώστε να συνεισφέρουν στην κατανόηση και τη διαμόρφωση αυτού που αποκαλούμε νέα ελληνική ταυτότητα. Αυτό θα μας πάει παραπέρα: όχι να συντηρούμε μόνον όσα έχουν ήδη κατορθωθεί, αλλά να θέτουμε και να επιτυγχάνουμε καινούργιους στόχους σε όλα τα πεδία, από την αρχαιολογία και την Ιστορία μέχρι τη γλωσσολογία».

Αισιοδοξία

Τη χρονιά που ο Ντέιβιντ Χόλτον αφυπηρέτησε από το Κέμπριτζ, το 2013, αποφοίτησαν οι τελευταίοι φοιτητές από το Τμήμα Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού. Τα έσοδα δεν αρκούσαν στο εξής να καλύψουν τον μισθό ενός καθηγητή. «Δεν τελείωσε όμως η διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Είχαμε την ισχυρή υποστήριξη της σχολής και υπήρχε (πάντα) απαίτηση από τον φοιτητικό κόσμο για τέτοια μαθήματα. Η διδασκαλία συνέχισε, λοιπόν, υπό τη μορφή δύο κατ’ επιλογήν μαθημάτων», σημειώνει στην «Κ» ο κ. Χόλτον.
Φέτος υπάρχουν 32 φοιτητές σε αυτές τις τάξεις. Τα μαθήματα διδάσκουν η Λιάνα Γιαννακοπούλου και η Ρεγγίνα Καρούσου-Φωκά. «Όποτε υπάρχει ζήτηση, διδάσκονται και μεταπτυχιακά μαθήματα. Διδακτορικές σπουδές όμως, δυστυχώς, δεν υπάρχουν πια», συνεχίζει ο 79χρονος ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας, ο οποίος άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά όταν ήταν 16 ετών και ερωτεύτηκε την Ελλάδα, «για τα τοπία, το φαγητό, τον σημερινό πολιτισμό και τους φιλόξενους ανθρώπους της», από το πρώτο του ταξίδι ως πρωτοετούς φοιτητή. «Πτυχίο με κύριο ή μείζον αντικείμενο τις νεοελληνικές σπουδές υπάρχει τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνο στην Οξφόρδη. Στο Κέμπριτζ το μέλλον είναι αβέβαιο… Στο παρελθόν, οι νεοελληνικές σπουδές στο πανεπιστήμιό μας ήταν διεθνώς περίοπτες και αναγνωρισμένες για την ποιότητα των προγραμμάτων και των αποφοίτων τους. Αν σήμερα η ακτινοβολία τους έχει μειωθεί, η βασική υποδομή δεν χάθηκε. Οι προσπάθειες για τη σταθεροποίηση των προγραμμάτων και των ερευνητικών δυνατοτήτων, σε μόνιμη βάση, θα συνεχίσουν, και είμαι αισιόδοξος ότι θα επιτύχουν».

Τασούλα Επτακοίλη 22.03.2025

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ